Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος: Ένας πεφωτισμένος θρησκευτικός ηγέτης
Ένας πεφωτισμένος ιεράρχης, ο οποίος διακόνησε επί δεκαετίες στη γειτονική χώρα, έχοντας βοηθήσεις χιλιάδες ανθρώπους. Όλος ο κόσμος έχει αναγνωρίσει την προσφορά του στην Εκκλησία, αλλά και το γεγονός ότι πρόκειται όχι απλά για έναν ιερωμένο, αλλά για έναν εξαιρετικά μορφωμένο άνθρωπο και βαθιά δημοκράτη, με ιδέες που ξεφεύγουν από το εκκλησιαστικό πλαίσιο.
«Το αντίδοτο στον εγωκεντρισμό, που τορπιλίζει την ειρηνική συμβίωση, είναι η ενδυνάμωση της αγάπης μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, μέσα στην κοινωνία. Μιας πολυδιάστατης αγάπης, που δεν περιορίζεται από σύνορα, προκαταλήψεις ή άλλες διακρίσεις. Προς αυτή την κατεύθυνση καλείται να συμβάλει η υγιής θρησκευτική συνείδηση», λίγα από τα λόγια του.
Σε κάθε γωνιά της Αλβανίας, το αποτύπωμα της ιεραποστολικής δράσης του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου μοιάζει με ανάσα ζωής. Ένας άνθρωπος που δεν δίστασε να σταθεί απέναντι στις προκλήσεις και τις διακρίσεις, υψώνοντας τη φωνή του και το πνευματικό του έργο ενάντια σε κάθε μορφή μισαλλοδοξίας. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στη γειτονική χώρα, έθεσε στο κέντρο της δράσης του τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως θρησκείας, καταγωγής ή πεποιθήσεων.
Χτίζοντας σχέσεις εμπιστοσύνης με τις υπόλοιπες θρησκευτικές κοινότητες, κατάφερε να φέρει κοντά ανθρώπους και πολιτισμούς που για χρόνια ζούσαν με την καχυποψία και την απόσταση να τους χωρίζει. Με τη στάση του απέδειξε ότι η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι οι θεμέλιοι λίθοι μιας κοινωνίας που μπορεί να πορευτεί μαζί, ακόμη και μέσα από τα πιο δύσκολα μονοπάτια της ιστορίας.
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος δεν ήταν απλώς μια θρησκευτική μορφή· ήταν μια υπενθύμιση ότι η αγάπη, η πίστη στον άνθρωπο και η δύναμη της παιδείας μπορούν να αλλάξουν κόσμους. Το έργο του δεν περιορίστηκε στις υποδομές ή τα ιδρύματα. Αντικατοπτρίζεται στις καρδιές όσων τον συνάντησαν, στις ιστορίες των παιδιών που πήραν την ευκαιρία να ονειρευτούν, στις κοινότητες που έμαθαν να ζουν μαζί.
Το έργο του μπορεί να συγκριθεί μόνο με το έργο των «μεγάλων» ηγετών της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, που μέσα σε εχθρικό περιβάλλον κατάφεραν να αναδείξουν το πνεύμα της Ελλάδος ζωντανό.
Κάτι από τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, στο μήνυμα του για τα Χριστούγεννα 2024
Τι ζητά ο Αναστάσιος !!
(Ο Θεός, στον οποίο έχουμε στηρίξει τη ζωή μας, δεν εγκατέλειψε την ανθρωπότητα, που ταλαιπωρείται από τον εγωισμό και την εχθρότητα. Παραμένει ο Εμμανουήλ, «ο Θεός μεθ’ ημών», χαρίζοντας νόημα και πληρότητα στη ζωή. Με την ταπείνωση, η οποία συνυφαίνεται πάντα με την αγάπη, αντιτάσσεται στην αλαζονεία, στην παντοτινή ρίζα κάθε κακού, στην πλεονεξία, επιθετικότητα, φονικές συγκρούσεις, ολέθριες συρράξεις. Στην ιδιότυπη σκληρή εποχή μας, που σε πολλές περιοχές λυσσομανά το μίσος και η βία, οι χριστιανοί, πιστοί στον φανερωθένταεν σαρκί ‘Αρχοντα της ειρήνης, πάντοτε να αντιστεκόμαστε, με όλες μας τις δυνάμεις ψυχικές και σωματικές, όπου και όσο μπορούμε.
Η Εκκλησία δεν περιορίζεται σε απλούς συλλογισμούς? εορτάζει με τρόπο δοξαστικό αυτά τα γεγονότα και με ύμνους τα υπομνηματίζει. «Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε. Χριστός επί γης, υψώθητε». Όσοι πιστοί οφείλουμε αυτές τις εορταστικές ημέρες να υψωθούμε σε μια ζωή δοξολογίας και αγάπης.
Αδελφοί μου, υπενθυμίζω: Ό,τι πιο ωραίο είναι να αγαπάς, έστω κι αν κουράστηκες, όσο κι αν πονάς. Ό,τι πιο υπέροχο είναι ν’ αγαπάς, να αγαπάς αληθινά «εν Χριστώ». «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει, και ο Θεός εν αυτώ» (Α’ Ιω. 4:16)
Η διαδρομή του Αναστάσιου
Ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος (κατά κόσμον: Αναστάσιος Γιαννουλάτος, Πειραιάς, 4 Νοεμβρίου 1929) είναι Έλληνας Ορθόδοξος κληρικός, θεολόγος, συγγραφέας, πρώην καθηγητής πανεπιστημίου. Είναι ο προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, την οποία ανασύστησε ο ίδιος το 1992 υπό τον παρόντα τίτλο Είναι, επίσης, ένας από τους προέδρους της κεντρικής επιτροπής του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών και επίτιμος πρόεδρος της Παγκόσμιας Διάσκεψης Θρησκευμάτων για την Ειρήνη. Έχει διατελέσει τιτουλάριος επίσκοπος και μητροπολίτης Ανδρούσης και Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Γεννήθηκε το 1929 στον Πειραιά και είναι απόφοιτος του B’ Γυμνασίου Αρρένων Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων μαθημάτων του, σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου και έλαβε το πτυχίο του το 1952. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές αναμείχθηκε με οργανώσεις ορθόδοξης νεολαίας. Το 1959 ίδρυσε και διεύθυνε το πρώτο ιεραποστολικό περιοδικό στην Ελλάδα με τίτλο Πορευθέντες, και τρία χρόνια αργότερα το ομότιτλο «ΔιορθόδοξοΙεραποστολικό Κέντρο», από το οποίο ξεκίνησε η ελληνόφωνη ιεραποστολική αφύπνιση κατά τον 20ό αιώνα. Το 1960 χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος ενώ το 1964 χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης. Παράλληλα ξεκίνησε ιεραποστολικές εξορμήσεις στην Αφρική και κυρίως στην Ουγκάντα. Εκεί έμαθε τις τοπικές διαλέκτους, αναγκάστηκε όμως να αποχωρήσει όταν προσβλήθηκε από ελονοσία. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Φιλοσοφικές Σχολές του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και του Μαρβούργου στη Γερμανία (1965-1969) ως υπότροφος του γερμανικού Ιδρύματος Alexander vonHumboldt, στη θρησκειολογία, την εθνολογία και την ιεραποστολική. Ακόμη, κατείχε εντολή διδασκαλίας του μαθήματος της νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Μαρβούργου στη Γερμανία (1966-69).
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα οργάνωσε και διεύθυνε το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο «Πορευθέντες» καθώς επίσης και το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Αθήνα (1971-1975). Η προσφορά του αναγνωρίστηκε σύντομα με τη χειροτονία του σε επίσκοπο Ανδρούσης το 1972. Τον ίδιο χρόνο ορίστηκε έκτακτος καθηγητής Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διευθυντής του Τομέα Θρησκειολογίας και Κοινωνιολογίας (1983-1986), από το 1976 τακτικός καθηγητής και κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1983 έως το 1987. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο Πανεπιστήμιο, υπήρξε ακόμη Αντιπρόεδρος της Εφορείας Πανεπιστημιακής Λέσχης (1978-79 και 1983-86), πρόεδρος της «Επιτροπής Συμπαραστάσεως Κυπριακού Αγώνος» του Πανεπιστημίου Αθηνών (1975-84), μέλος της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1986-90) και του ΔΣ του KέντρουΜεσογειακών και Αραβικών Σπουδών (1978-82). Αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1997 όταν και ονομάστηκε ομότιμος καθηγητής.
Έγινε επίσης γενικός διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και ίδρυσε το ιεραποστολικό περιοδικό Πάντα τα Έθνη, το οποίο διεύθυνε από το 1981 μέχρι το 1991. Παράλληλα ανέπτυξε και επιστημονική δραστηριότητα. Το 1981, μετά την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του, αναχώρησε και πάλι για την Αφρική, αυτή τη φορά ως Τοποτηρητής της Ιεράς Μητρόπολης Ανατολικής Αφρικής. Η δικαιοδοσία του εκεί περιλάμβανε την Κένυα, την Ουγκάντα και την Τανζανία, όπου πραγματοποίησε τεράστιο έργο αναφορικά με τη λειτουργία της εκεί Εκκλησίας. Μετά από 10 χρόνια επέστρεψε στην Αθήνα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος είναι πολύγλωσσος και εκτός της μητρικής και της αρχαίας ελληνικής, μιλά αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, αλβανικά, έχει επίσης γνώσεις λατινικής, ισπανικής, ιταλικής, ρωσικής και σουαχίλι. Έχει μελετήσει τα διάφορα θρησκεύματα (αφρικανικά θρησκεύματα, Ινδουϊσμό, Βουδισμό, Ταοϊσμό, Κομφουκιανισμό, Ισλάμ) στις χώρες που ακμάζουν (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία, Νιγηρία, Ινδία, Ταϋλάνδη, Κεϋλάνη, Κορέα, Ιαπωνία, Κίνα, Βραζιλία, Καραϊβική, Λίβανο, Συρία, Αίγυπτο, Τουρκία κ.α.).
Σῷζε τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σέ, Μήτηρ τοῦ ἀδύτου Ἡλίου, Θεογεννήτρια, αἴτησαι πρεσβείαις σου τὸν Ὑπεράγαθον, ἀναπαῦσαι δεόµεθα, τὸν νῦνµεταστάντα, ἔνθα ἀναπαύονται αἱ τῶν δικαίων ψυχαί, θείων ἀγαθῶνκληρονόµον, δεῖξον ἐν αὐλαῖς τῶν δικαίων εἰς µνηµόσυνον, Πανάµωµε, αἰώνιον (Θεοτοκίον).
Ἐτι δεόµεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιµηµένου δούλου Αναστασίου Αρχιεπισκόπου καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτῷ πᾶνπληµµέληµα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον.
«Καλό παράδεισο Αρχιεπίσκοπε. Αιώνια ας είναι η μνήμη σου»
Γράφει, ο Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Θρόνου π. Μελχισεδέκ Αμπελικάκης εφημέριος Στερνών

