Η παραβολή του Μεγάλου ∆είπνου Των Προπατόρων

Κυριακή ΙΑ’ Λουκά

Ένα Σάββατο ο Κύριος προσκλήθηκε και κάθισε στο σπίτι κάποιου Φαρισαίου για φαγητό. Κι ένας απ’ αυτούς που ήταν στο τραπέζι, του είπε: Μακάριος είναι εκείνος που θα φάει γεύµα στη Βασιλεία του Θεού.
Ο Κύριος τότε πήρε αφορµή για να µιλήσει για την αιώνια ευφροσύνη της Βασιλείας του Θεού µε την παραβολή του Μεγάλου ∆είπνου. Κάποιος άνθρωπος, είπε, έκανε µεγάλο βραδινό συµπόσιο και κάλεσε πολλούς. Κι έστειλε το δούλο του για να πει στους προσκεκληµένους: Ελάτε, όλα πλέον είναι έτοιµα για το µεγάλο δείπνο.

Μας προκαλεί εντύπωση ότι, ενώ ο Κύριος ρωτήθηκε για γεύµα, µιλάει για δείπνο. Γιατί λοιπόν ονοµάζει την ουράνια Βασιλεία του δείπνο και µάλιστα µέγα δείπνο; Ο Κύριος προτιµά να αναφερθεί σε δείπνο, διότι ένα δείπνο έχει µεγαλύτερη διάρκεια από ένα µεσηµεριανό τραπέζι και έχει µεγαλύτερη ευφροσύνη. Θέλει έτσι να δείξει ότι το πανηγύρι της Βασιλείας του θα είναι ατελεύτητο και λαµπρό. Μη φαντασθούµε βέβαια µε τη λέξη «δείπνο» κάποιο υλικό βραδινό συµπόσιο που κάποτε τελειώνει ή δηµιουργεί κορεσµό, αλλά δείπνο πνευµατικό, όπου θα απολαµβάνουµε τα πλούσια πνευµατικά αγαθά που ετοίµασε ο Θεός για µας. Και ποια είναι τα αγαθά του ουρανίου δείπνου; Ούτε µπορούµε να φαντασθούµε. Πώς να καταλάβουµε τι σηµαίνει ότι αιωνίως θα συναναπαυόµαστε µε τους δικαίους και όλες τις αγγελικές θείες δυνάµεις και θα γευόµαστε τις άπειρες πνευµατικές δωρεές του Θεού; Πώς να κατανοήσουµε τι σηµαίνει αιώνια αναψυχή και ευφροσύνη, τι σηµαίνει πνευµατικός χορτασµός των πτωχών ψυχών µας στην επουράνια Βασιλεία του;

Ο Θεός λοιπόν ετοίµασε για µας άπειρα και απερίγραπτα αγαθά, που δεν µπορούµε να σκεφθούµε και να συλλάβουµε. Και απευθύνεται στον καθένα µας και µας καλεί στη Βασιλεία του για να µας καταστήσει αιώνια ευτυχισµένους. Μας καλεί µέσα από τις περιστάσεις της ζωής µας, µε διάφορα πρόσωπα δικά του που στέλνει στη ζωή µας, µας καλεί µε την Εκκλησία του και τα Μυστήριά της, µε τη µελέτη και την ακρόαση του θείου λόγου, µε τις θείες επισκέψεις στο νου και στην καρδιά µας, µε θεία σκιρτήµατα και νεύσεις. Μας καλεί µε µία εσωτερική φωνή στη συνείδησή µας, στα µύχια των καρδιών µας. Ελάτε, µας λέει ο Θεός. Όλα είναι έτοιµα. Το ουράνιο δείπνο σας περιµένει. Μας περιµένει δηλαδή µια ζωή αιώνια, µια κοινωνία µε το Θεό και τους αγίους, ένα πανηγύρι που δεν θα τελειώσει ποτέ.

Οι προσκεκληµένοι της σηµερινής παραβολής είναι όλοι εκείνοι που έχουν γνώση του Θεού, που έχουν ακούσει το Ευαγγέλιο και καλούνται από το Χριστό να συµµετάσχουν στην αλήθεια της κοινωνίας µαζί Του. Εξέπεσαν ωστόσο, εξαιτίας του ασθενούς τους λογισµού και της προσκολλήσεώς τους στα υλικά και βιοτικά πράγµατα. Αυτοί που είπαν “αγρόν ηγόρασα”είναι εκείνοι που απασχολούν τη διάνοιά τους µε άλλες σκέψεις και κοσµοθεωρίες, παραιτούµενοι από τη µελέτη του λόγου του Θεού και της αληθινής Ζωής. Εκείνοι που αγόρασαν τα βόδια είναι που ασχολούνται µε τις βιοτικές µέριµνες και καταναλώνουν σε αυτές όλο τους το ενδιαφέρον και την ενεργητικότητα, λησµονώντας τα πνευµατικά. Και τέλος εκείνος που µόλις είχε παντρευτεί, επειδή θεωρεί ότι στην συζυγική κοινωνία βρίσκεται το παν, αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους που προτιµούν τις επίγειες απολαύσεις από τις επουράνιες. “∆ιότι ο ανθρώπινος νους που προσκολλάται στην κοσµική φιληδονία, γίνεται αδρανής στα πνευµατικά και δεν εργάζεται πλέον τα του Θεού. Και για το λόγο αυτό θα είναι αµέτοχος της ουράνιας και θείας εορτής”. Η Βασιλεία όµως του Θεού δεν εξαρτάται από τη θέληση ή τη διάθεση των ανθρώπων, αλλά από την παρουσία του Θεού, που έχει τη δύναµη να µεταµορφώνει τον άνθρωπο και να τον ζωοποιεί. Καλεί λοιπόν τους πτωχούς τω πνεύµατι, δηλαδή τους ταπεινούς και τους πλουτίζει µε τη θεϊκή Του σοφία.
Καλεί τους αναπήρους και τους κάνει υγιείς. Καλεί τους χωλούς και βαδίζουν τον ορθό δρόµο. Καλεί τους τυφλούς, ώστε να βλέπουν το φως το αληθινό. Η σοφία του Θεού υπερβαίνει τις ανθρώπινες αδυναµίες και η Εκκλησία, όπου το πνευµατικό δείπνο της Βασιλείας του Θεού προσφέρεται σε όλους µας κάθε Κυριακή και κάθε γιορτή, είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος θεραπεύεται από κάθε πνευµατική ασθένεια ή αναπηρία και µεταµορφώνεται σε τέκνο του Θεού.

Φανταζόµαστε ότι µαζευόµαστε την Κυριακή για να προσευχηθούµε. ∆εν µαζευόµαστε απλώς για να προσευχηθούµε! Η προσευχή είναι η επένδυση. Μαζευόµαστε για να µετάσχουµε σ’ αυτό το «δείπνο». Προσευχόµαστε και στο σπίτι µας· και πρέπει οπωσδήποτε να προσευχόµαστε στο σπίτι µας! Με σαφήνεια και σταθερότητα και δέσµευση συγκεκριµένη, όχι αορίστως όταν έχουµε διάθεση! Εκεί είναι η προσευχή, την οποία έχουµε υποχρέωση να κάνουµε.
Η προσευχή αρχίζει µε την αίσθηση ότι όλο το εικοσιτετράωρο είµαστε στα χέρια του Θεού. Έτσι ξεκινάει η προσευχή. Όταν καταλάβω ότι η ζωή µου είναι στα χέρια του Θεού, µετά αναφέροµαι σ’ Αυτόν και Τον αγαπάω και στη συνέχεια αποκτάω και συγκεκριµένη δέσµευση για προσευχή στο σπίτι µου, στο δωµάτιό µου, στο «ταµιεῖον» όπως λέει το Ευαγγέλιο.
Στον Ναό µαζευόµαστε για να µετάσχουµε σ’ αυτό το δείπνο. Ο Χριστός προεικονίζει το «τελικό δείπνο» σε κάθε Θεία Λειτουργία. Όπως εκεί κάποιοι δεν µετείχαν, έτσι κι εδώ κάποιοι δεν µετέχουν.
Όπως εκεί υπήρχαν προφάσεις, υπάρχουν κι εδώ προφάσεις. Θα πρέπει όµως σιγά-σιγά, αν θέλουµε να αποκτήσουµε µαζί Του µια σχέση, ν’ αρχίσουµε να δουλεύουµε την «εδώ» σχέση χωρίς προφάσεις, για να υπάρξει και η «τότε» σχέση, όταν θα κλείσει η µέρα της ζωής, και θα ολοκληρωθεί ο βιολογικός µας κύκλος και θα βρεθούµε µπροστά Του.
Ο Θεός δεν θέλει «δωρεές» ή «θυσίες», µέσα από τις οποίες οι άνθρωποι ζητούν πάντα να… αποσπάσουν την θεία εύνοια! Σ’ όλη την Παλαιά ∆ιαθήκη προειδοποιεί: «ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν».
Αυτό που ζητάει ο Θεός, αυτό που επιθυµεί, ο καλύτερος δηλαδή τρόπος για να Τον «ευχαριστήσουµε», είναι να αγαπάµε όπως αγαπάει Εκείνος. Να είµαστε ελεήµονες, όπως είναι Εκείνος. Με δυο λόγια: να Του µοιάζουµε.

Ευχαριστώ τον Θεό σηµαίνει «θυσιάζοµαι» για τους άλλους, όπως έκανε Αυτός. Ένας τρόπος αγάπης που για κάποιους φθάνει µέχρι την αυτοθυσία! Πρέπει να ξέρουµε πάνω σε ποιον δρόµο βαδίζουµε. Ευχαριστώ τον Θεό σηµαίνει ότι δέχοµαι να γίνω, έστω και λίγο, σαν κι Αυτόν… Να γίνω «Θεός»! Τι πιο παράξενο υπάρχει;! Κάτι τέτοιο το κατορθώνει κάποιος όχι αλλάζοντας απλώς συµπεριφορά, αλλά αποκαθιστώντας µια σχέση! Κάτι τέτοιο έχει δυσκολίες!
Γεγονός είναι ότι ο Ιησούς µάς υποδεικνύει µία οδό, παράξενη αλλά σίγουρη, για να αγαπήσουµε, όπως Εκείνος αγαπάει: Να τρεφόµαστε απ’ Αυτόν, που είναι πραγµατικά παρών στην Θεία Ευχαριστία. Γι’ αυτό λέει: «Το σώµα µου είναι πραγµατικά τροφή και το αίµα µου ποτό». Έτσι, λίγο-λίγο, µετέχοντας στην Θεία Ευχαριστία καθένας µας γίνεται σαν τον Χριστό.
Η Εκκλησία είναι η διαρκής υπενθύµιση και η διαρκής ανανέωση της πρόσκλησης που ο Χριστός απευθύνει σε όλους µας. Έχουµε το προνόµιο να ανήκουµε στους ανθρώπους που έχουν γνωρίσει την αλήθεια που ο Θεός αποκάλυψε στον κόσµο και ως εκ τούτου ανήκουµε σε αυτούς που έχουν δεχτεί την πρόσκληση να συµµετάσχουµε στο δείπνο της Βασιλείας Του.
Αποµένει σε µας να αποδεχτούµε τούτη την πρόσκληση, και να µη παρασυρθούµε ούτε από ανθρώπινες κοσµοθεωρίες, ούτε από βιοτικές µέριµνες, ούτε από τις προσωπικές µας επιθυµίες. Αποµένει σε µας να αποδεχτούµε την πρόσκληση του Θεού και να προετοιµαστούµε κατάλληλα, ώστε να αξιωθούµε να ζήσουµε και την µεγάλη εορτή των Χριστουγέννων, που πλησιάζει, σε όλο της το πνευµατικό µεγαλείο.

*Αρχιµανδρίτης του Οικουµενικού Θρόνου 
π. ΜΕΛΧΙΣΕ∆ΕΚ ΑΜΠΕΛΙΚΑΚΗΣ εφηµέριος Στερνών

Σχολιάστε